Greek Meaning of dinged

βαθούλωμα

Other Greek words related to βαθούλωμα

Definitions and Meaning of dinged in English

Webster

dinged (imp. & p. p.)

of Ding

FAQs About the word dinged

βαθούλωμα

of Ding

ραγισμένο,κροτάλισε,κουδούνισε,συγκρούστηκαν,κουδουνίσματα,μπερδεμένος,κουδούνισε,pinged,χτύπησε,μυρμήγκιασμα

γιατρεμένος,παραποιημένο,σταθερός,γιατρεύτηκε,βοήθησε,επισκευασμένο,μπαλωμένο,ανακατασκευασμένος,Διορθωμένο,επισκευάστηκε

dinge => Ντινγκ, dingdong theory => Θεωρία ντινγκ-ντονγκ, ding-dong => ντινγκ-ντονγκ, dingdong => Ντινγκντόνγκ, dingbat => Σύμβολο,