Greek Meaning of counterproductive

αντενδεδειγμένος

Other Greek words related to αντενδεδειγμένος

Definitions and Meaning of counterproductive in English

Wordnet

counterproductive (s)

tending to hinder the achievement of a goal

FAQs About the word counterproductive

αντενδεδειγμένος

tending to hinder the achievement of a goal

αναποτελεσματικός,αναποτελεσματικός,απρεπής,ανεπιτυχής,απερίσκεπτος,ανώφελο,αναποτελεσματικός,μη παραγωγικός,άχρηστος,ασύμφορος

αποτελεσματικός,πρόσφορο,αποτελεσματικός,αποδοτικός,πρόσφορος,επωφελής,χρήσιμος,ενεργός,παραγωγικός,Κερδοφόρος

counterpreparation fire => Ετοιμοπαράσκευη πυρά, counterpose => αντιπαραβάλλω, counterpoison => αντίδοτο, counterpoised => εξισορροπημένος, counterpoise => αντίβαρο,