Greek Meaning of ailed

έπασχε

Other Greek words related to έπασχε

Definitions and Meaning of ailed in English

Webster

ailed (imp. & p. p.)

of Ail

FAQs About the word ailed

έπασχε

of Ail

ταραγμένος,ανήσυχος,θυμωμένος,ενοχλημένο,ανήσυχος,αποσπασμένος,διαταραγμένος,στοιχειωμένο,ταλαιπωρημένος,ανήσυχος

κατέστειλε,ανακουφισμένο,Ηρεμος,συντεθειμένος,ησυχασμένος,εγκαταστημένος,κατευνασμένος,ηρεμεί,κατευνασμένος,ειρηνευμένος

ailantus => Αείλανθος, ailanthus silkworm => Προσφυγόπουλο, ailanthus altissima => Παρθενόξυλο, ailanthus => Αείλανθος, ail => ασθένεια,