Greek Meaning of traded

εμπορεύεται

Other Greek words related to εμπορεύεται

Definitions and Meaning of traded in English

Webster

traded (imp. & p. p.)

of Trade

Webster

traded (a.)

Professional; practiced.

FAQs About the word traded

εμπορεύεται

of Trade, Professional; practiced.

ασχολήθηκα,διαπραγματευμένος,πωλημένος,ανταλλάχθηκε,αγορασμένο,ανταλλάχθηκε,αγορασμένη,Παρεμπορίου,ανταλλάχθηκε,Εμπορευθεί

μελαμψός,μποϊκοταρισμένος,μαυροπινακισμένος

tradecraft => τεχνική, trade wind => εμπορικοί άνεμοι, trade unionist => συνδικαλιστής, trade unionism => συνδικαλισμός, trade union movement => Συνδικαλιστικό κίνημα,