Greek Meaning of slogging (through)

έντονος (μέσα από)

Other Greek words related to έντονος (μέσα από)

Definitions and Meaning of slogging (through) in English

slogging (through)

No definition found for this word.

FAQs About the word slogging (through)

έντονος (μέσα από)

βύθιση (σε),καταβροχθίζοντας (πάνω),ξεφύλλισμα,ξεφύλλισμα,διαβαίνω (δια μέσου),Περιήγηση,καταβροχθίζοντας,να μελετάει ενδελεχώς (πάνω από),επανάγνωση,σάρωση

No antonyms found.

slogging => σκίζω, slogged => δούλεψε σκληρά, slog (through) => Περνάω (με δυσκολία), slobs => γουρούνια, slobby => ατημέλητος,