Greek Meaning of thumbing (through)

ξεφύλλισμα

Other Greek words related to ξεφύλλισμα

Definitions and Meaning of thumbing (through) in English

thumbing (through)

to turn the pages of (a book, magazine, etc.) quickly

FAQs About the word thumbing (through)

ξεφύλλισμα

to turn the pages of (a book, magazine, etc.) quickly

βύθιση (σε),ξεφύλλισμα,να μελετάει ενδελεχώς (πάνω από),έντονος (μέσα από),στροφή,διαβαίνω (δια μέσου),Περιήγηση,καταβροχθίζοντας,καταβροχθίζοντας (πάνω),επιθεώρηση

No antonyms found.

thumbed one's nose (at) => Κάνω μούρη, thumb one's nose (at) => δείχνω τη μύτη μου σε (κάποιον), thumb (through) => αντίχειρας, thugs => μπράβοι, thuds => κρότοι,