Greek Meaning of kept (on)
διατηρούμενο (στο)
Other Greek words related to διατηρούμενο (στο)
Nearest Words of kept (on)
Definitions and Meaning of kept (on) in English
kept (on)
to continue to have (someone) as an employee, to continue happening, doing something, working, etc.
FAQs About the word kept (on)
διατηρούμενο (στο)
to continue to have (someone) as an employee, to continue happening, doing something, working, etc.
συνέχεια,άντεξε,υπήρχε,Διεξαγόμενη,κρατημένος,κλώτσησε,ζούσε,επέμενε,έτρεξε σε,κυβερνούσε
αποθανών,πέθανε,Εξαφανίστηκε,ληγμένο,πέθανε,νεκρός,Έπαψε,πέθανε,διακοπή,τελείωσε
kept (from) => διατηρείται (από), kept (back) => διατηρημένος (πίσω), kens => Κεν, kennings => Κένινγκς, kennels => κυνοτροφείο,