Greek Meaning of coin

νόμισμα

Other Greek words related to νόμισμα

Definitions and Meaning of coin in English

Wordnet

coin (n)

a flat metal piece (usually a disc) used as money

Wordnet

coin (v)

make up

form by stamping, punching, or printing

FAQs About the word coin

νόμισμα

a flat metal piece (usually a disc) used as money, make up, form by stamping, punching, or printing

μετρητά,νομίσματα,Νόμισμα,χρυσός,χρήματα,Μπακς,Ψωμί,Λάχανο,αλλαγή,τσιπς

κλώνος,Αντίγραφο,αντίγραφο,μιμούμαι,μιμητής,αναπαράγω,αναπαράγω,διπλασιάζω,μιμητής

coiling => περιτύλιγμα, coiled => περιελισσόμενος, coil spring => Ελικοειδές ελατήριο, coil => πηνίο, coigue => Κόιγκ,