Greek Meaning of wrung
στίβω
Other Greek words related to στίβω
- πλημμυρισμένος
- λούστηκα
- αγκαθωτός
- Μουσκέματος
- στάζει
- πλημμυρισμένος
- συνδεδεμένος
- κορεσμός
- κορεσμένος
- βρεγμένος
- μούλιασμα
- βρεγμένος
- Απορροφητικός
- σάλτσα
- πλυμένο
- μουλιασμένος
- ποτισμένος
- υγρικός
- Υδαρής
- βρεγμένος
- έβρεξε
- βρεγμένο
- πνιγμένος
- πλημμυρισμένος
- υπερχειλισμένος
- μουσκεμένος
- βυθισμένος
- κατακλύζω
- βυθισμένος
Nearest Words of wrung
Definitions and Meaning of wrung in English
wrung (imp. & p. p.)
of Wring
wrung ()
imp. & p. p. of Wring.
FAQs About the word wrung
στίβω
of Wring, imp. & p. p. of Wring.
άνυδρος,ψημένο,αφυδατωμένος,ξηρός,ξηρός,ξερός,σοτάρω,ξερός,ηλιοκαμένο,Διψασμένος
πλημμυρισμένος,λούστηκα,αγκαθωτός,Μουσκέματος,στάζει,πλημμυρισμένος,συνδεδεμένος,κορεσμός,κορεσμένος,βρεγμένος
wrought iron => Σφυρήλατος σίδηρος, wrought => σφυρηλατημένο, wrothful => οργισμένος, wroth => οργή, wrote => έγραψε,