Greek Meaning of wrung

στίβω

Other Greek words related to στίβω

Definitions and Meaning of wrung in English

Webster

wrung (imp. & p. p.)

of Wring

Webster

wrung ()

imp. & p. p. of Wring.

FAQs About the word wrung

στίβω

of Wring, imp. & p. p. of Wring.

άνυδρος,ψημένο,αφυδατωμένος,ξηρός,ξηρός,ξερός,σοτάρω,ξερός,ηλιοκαμένο,Διψασμένος

πλημμυρισμένος,λούστηκα,αγκαθωτός,Μουσκέματος,στάζει,πλημμυρισμένος,συνδεδεμένος,κορεσμός,κορεσμένος,βρεγμένος

wrought iron => Σφυρήλατος σίδηρος, wrought => σφυρηλατημένο, wrothful => οργισμένος, wroth => οργή, wrote => έγραψε,