Greek Meaning of wads

βαμβάκια

Other Greek words related to βαμβάκια

Definitions and Meaning of wads in English

Wordnet

wads (n)

a large number or amount

FAQs About the word wads

βαμβάκια

a large number or amount

φορτία,πολλά,αιμορροΐδες,ποσότητες,σχεδίες,τόνοι,ματσάκια,δέματα,κομμάτια,προσφορές

άσος,δημητριακά,μικρός,μπουκιές,Φιστίκια,Σκραπ,σεισμοί,Σκιές,κηλίδες,τρούφες

wadmol => Βανδαλισμός, wading pool => Παιδική πισίνα, wading bird => Ερωδιός, wading => Βαδίζω στο νερό, wadies => ουάντι,