FAQs About the word vowed

ορκίστηκε

of Vow

δεσμεύτηκε,υποσχεμένος,ορκίστηκε,συμφωνήθηκε,κατοχυρωμένο,επέμεινε,προσχώρησε,αρραβωνιασμένος,επιβεβαιωμένος,αποδεκτό

No antonyms found.

vow => όρκος, vouvray => Βουβραί, voussoir => ακρογωνιαίος λίθος, vouge => μόδα, vouchsafing => εγγυούμενος,