Greek Meaning of sued
κατείχε
Other Greek words related to κατείχε
- ρώτησε
- επιθυμητός
- εξαναγκαστικός
- επέμεινε
- επικαλέστηκε
- ζητηθείσα
- ικετεύω
- σκοτώθηκε με ρόπαλο
- ζητιανεύω
- διεκδίκησε
- εξαναγκασμένος
- εξαναγκασμένος
- ζητούσε
- ικέτευσε
- εκμεταλλεύτηκε
- Αναφορά
- προσευχήθηκε
- απαιτούμενο
- σπογγώδης
- άσκησε έφεση (προς)
- ικέτευσε
- πολιορκημένος
- παρακάλεσε
- διέταξε
- ανακαλούμενο
- ικέτευσε
- εμμενής
- ενοχλητικός
- ικετεύω
- Παρακαλώ (κάποιον)
- υποσχέθηκε (σε)
- ζητούμενος
- ικέτευσαν
Nearest Words of sued
Definitions and Meaning of sued in English
sued
to make a request or application, to proceed with and follow up (a legal action) to proper termination, to pay court, to make petition to or for, to bring an action against, to seek justice from a person by bringing a legal action, to pay court or suit to, to take legal proceedings in court, to seek justice or right from (a person) by legal process, to bring an action in court
FAQs About the word sued
κατείχε
to make a request or application, to proceed with and follow up (a legal action) to proper termination, to pay court, to make petition to or for, to bring an ac
ρώτησε,επιθυμητός,εξαναγκαστικός,επέμεινε,επικαλέστηκε,ζητηθείσα,ικετεύω,σκοτώθηκε με ρόπαλο,ζητιανεύω,διεκδίκησε
υπαινίχθηκε,σιωπηρός,υπαινικτικός,υποχρεωμένος,χαρούμενος,προτινόμενος,ηρεμημένος,παρηγορημένος,παρηγορημένος,ευγνώμων
sue (for) => μηνύω (για), sudden deaths => ξαφνικοί θάνατοι, sucky => χάλια, suck-ups => κολακες, suck-up => γλείφτης,