Greek Meaning of snack

Σνακ

Other Greek words related to Σνακ

Definitions and Meaning of snack in English

Wordnet

snack (n)

a light informal meal

Wordnet

snack (v)

eat a snack; eat lightly

FAQs About the word snack

Σνακ

a light informal meal, eat a snack; eat lightly

δάγκωμα,μπουκιά,μπουκιά,τσιμπολογώ,ορεκτικό,bit,Καναπές,μασάω,μετάλλιο,μπουκιά

φαράγγι,Tρώω πολύ,πίνολα,Λαιμαργία,Καταβροχθίζω (αργκό)

sn => SN, smyrnium olusatrum => Σμύρνιον, smyrnium => σμύρνιο, smyrna => Σμύρνη, smutty => άσεμνος,