Greek Meaning of smuts

Σματς

Other Greek words related to Σματς

Definitions and Meaning of smuts in English

Wordnet

smuts (n)

South African statesman and soldier (1870-1950)

FAQs About the word smuts

Σματς

South African statesman and soldier (1870-1950)

λερώνει,μαυρίζει,θολώνει,σύννεφα,λερώνει,αποχρωματίζει,ρυπαίνει,λεκέδες,λεκέδες,εδάφη

Καθαρίζει,καθαρίζει,ανυψώνει,ευγενίζει,εμψυχώνει,δοξάζει,μεγεθύνει,αναβαθμίζει,τιμά,άγιοι

smutch => Κηλίδα, smut grass => Είδος βρωμώδους αγριόχορτου, smut fungus => Καπνιάς, smugness => Αυταρέσκεια, smugly => αλαζονικά,