Greek Meaning of puling

γκρίνια

Other Greek words related to γκρίνια

Definitions and Meaning of puling in English

puling

whine, whimper, whine entry 1, whimper

FAQs About the word puling

γκρίνια

whine, whimper, whine entry 1, whimper

κλάμα,γκρίνια,βέλασμα,γογγυσμός,στεναγμός,γκρίνια,λυγμοί,θρηνούντα,παράπονο,ουρλιάζοντας

ουρλιαχτό,φωνάζω,τσιριχτός,κραυγές,τρίξιμο,θρηνούμενων,κλήση,βρυχιό,ουρλιαχτός,κραυγάζοντας

pules => σφυγμοί, puled => τράβηξε, puked => έκανε εμετό, puissances => δυνάμεις, pugs => παγκ,