Greek Meaning of precipitation
κατακρήμνιση
Other Greek words related to κατακρήμνιση
- φασαρία
- απότομο
- φασαρία
- σπεύδω
- βιασύνη
- βιάσου
- βιασύνη
- ανακατεύω
- ταχύτητα
- ταχύτητα
- κατευθείαν
- ταχύτητα
- παύλα
- αποστολή
- αποστολή
- ταχύτητα
- ταχύτητα
- Μπόρα
- Τρεμόπαιγμα
- παρορμητικότητα
- ορμητικότητα
- Αφέλεια
- ταχύτητα
- ταχύτητα
- ταχύτητα
- ταχύτητα
- ταχύτητα
- Παρορμητικότητα
- σπεύδω
- ντουλάπι
- συνωστισμός
- ανακατεύω
- ταχύτητα
- δίνη
- οξύθυμος
- παρορμητικότητα
Nearest Words of precipitation
Definitions and Meaning of precipitation in English
precipitation (n)
the quantity of water falling to earth at a specific place within a specified period of time
the process of forming a chemical precipitate
the falling to earth of any form of water (rain or snow or hail or sleet or mist)
the act of casting down or falling headlong from a height
an unexpected acceleration or hastening
overly eager speed (and possible carelessness)
precipitation (n.)
A deposit on the earth of hail, mist, rain, sleet, or snow; also, the quantity of water deposited.
FAQs About the word precipitation
κατακρήμνιση
the quantity of water falling to earth at a specific place within a specified period of time, the process of forming a chemical precipitate, the falling to eart
φασαρία,απότομο,φασαρία,σπεύδω,βιασύνη,βιάσου,βιασύνη,ανακατεύω,ταχύτητα,ταχύτητα
Σκοπιμότητα,συζήτηση,Καθυστέρηση,αναβλητικότητα,βραδύτητα,αναβλητικότητα,αδράνεια,αδράνεια,αδράνεια,Λήθαργος
precipitating => κατακρημνίζοντας, precipitateness => βιασύνη, precipitately => βιαστικά, precipitate => καθίζημα, precipitant => καταβυθιστικό,