Greek Meaning of oppositionist

Αντιπολιτευόμενος

Other Greek words related to Αντιπολιτευόμενος

Definitions and Meaning of oppositionist in English

Webster

oppositionist (n.)

One who belongs to the opposition party.

FAQs About the word oppositionist

Αντιπολιτευόμενος

One who belongs to the opposition party.

αναρχικός,αμφισβητίας,απείθαρχος,αντάρτης,στασιαστής,επαναστάτης,αρνητής,ανθεκτικό,αντίσταση,επαναστατικός

βασιλικός,πατριώτης,οπαδός,Αντεπαναστάτης,αντιεπαναστατικός,αντεπαναστάτης

opposition => Αντιπολίτευση, oppositifolious => απέναντι, oppositeness => αντίθεση, oppositely => αντίθετα, opposite word => αντίθετη λέξη,