Greek Meaning of mouton

πρόβατο

Other Greek words related to πρόβατο

Definitions and Meaning of mouton in English

Wordnet

mouton (n)

meat from a mature domestic sheep

FAQs About the word mouton

πρόβατο

meat from a mature domestic sheep

δέρμα αρκούδας,Δέρμα μοσχαριού,Γούνα από ρακούν,δέρμα ελαφιού,δέρμα ελαφιού,μαλλί πρόβατου,δέρμα κατσίκας,δέρμα αλόγου,καρακούλ,δέρμα εριφίου

No antonyms found.

mouth-watering => Νόστιμος, mouthwash => στοματικό διάλυμα, mouth-to-mouth resuscitation => Στόμα με στόμα ανάνηψη, mouths => στόματα, mouthpiece => επιστόμιο,