Greek Meaning of mink
βιζόν
Other Greek words related to βιζόν
- ασβός
- Κάστορας
- γαμούζα
- Τσιντσιλά
- Ερμίνα
- ψαράς
- αλεπού
- Δέρμα
- νυφίτσα
- βιζόν
- Ενυδρίδα
- Γούνα
- Λαγός
- Rakún
- Ρακούν
- κουνάβι
- φώκια
- πρόβατο
- αλιγάτορας
- δέρμα αρκούδας
- Δέρμα μοσχαριού
- Γούνα από ρακούν
- Δέρμα αγελάδας
- κροκόδειλος
- δέρμα ελαφιού
- δέρμα ελαφιού
- μαλλί πρόβατου
- Γούνα
- δέρμα κατσίκας
- κρύβω
- δέρμα αλόγου
- καρακούλ
- δέρμα εριφίου
- δέρμα αρνιού
- περσικό αρνί
- Χοιρινή πέτσα
- ωμό δέρμα
- δέρμα φώκιας
- Δέρμα καρχαρία
- Δέρμα προβάτου
- δέρμα
- δέρμα φιδιού
- κορδονάν
- Σαμουρόγλωσσα
- Μαρόκο
- πρόβατο
- Βερνικωμένο δέρμα
- Νυέδα
Nearest Words of mink
- mink coat => Παλτό βιζόν
- minke whale => Φαλαινά μινκ
- minkowski => Μινκόφσκι
- minn. => μέγ.
- minneapolis => Μινεάπολις
- minnesinger => μιννεσάγκερ
- minnesota => Μινεσότα
- minnesota multiphasic personality inventory => Πολυφασικό ερωτηματολόγιο προσωπικότητας της Μινεσότα
- minnesotan => Μιννεσόταν
- minnewit => minnewit
Definitions and Meaning of mink in English
mink (n)
the expensive fur of a mink
fur coat made from the soft lustrous fur of minks
slender-bodied semiaquatic mammal having partially webbed feet; valued for its fur
mink (n.)
A carnivorous mammal of the genus Putorius, allied to the weasel. The European mink is Putorius lutreola. The common American mink (P. vison) varies from yellowish brown to black. Its fur is highly valued. Called also minx, nurik, and vison.
FAQs About the word mink
βιζόν
the expensive fur of a mink, fur coat made from the soft lustrous fur of minks, slender-bodied semiaquatic mammal having partially webbed feet; valued for its f
ασβός,Κάστορας,γαμούζα,Τσιντσιλά,Ερμίνα,ψαράς,αλεπού,Δέρμα,νυφίτσα,βιζόν
No antonyms found.
minivet => Μαχηταί, miniver => Ερμίνα, minivan => μίνι βαν, minium => μίνιον, minisubmarine => Μίνι υποβρύχιο,