Greek Meaning of mome

μητέρα

Other Greek words related to μητέρα

Definitions and Meaning of mome in English

Webster

mome (n.)

A dull, silent person; a blockhead.

FAQs About the word mome

μητέρα

A dull, silent person; a blockhead.

κούκλα,τρελός,κουτόφραγκος,μυαλό πουλιού,Μπλόκχεντ,Θρόμβος,κλόουν,κακαρίζω,κλαγκ,καμπίνα

Εγκέφαλος,διάνοια,Διάννοια,διανοούμενος,σοφός,στοχαστής,πολυμάθης,Αναγεννησιακός άνθρωπος,φυτό,μάγος

mombin tree => Μόμπιν, mombin => Μομπίν (Spondias mombin), mombasa => Μομπάσα, mom => μητέρα, molybdous => μολυβδένιος,