Greek Meaning of mome
μητέρα
Other Greek words related to μητέρα
- κούκλα
- τρελός
- κουτόφραγκος
- μυαλό πουλιού
- Μπλόκχεντ
- Θρόμβος
- κλόουν
- κακαρίζω
- κλαγκ
- καμπίνα
- Νεκροκεφαλή
- βουτάω
- Ντόντο
- γάιδαρος
- ναρκωτικό
- Αλτήρας
- ανόητος
- Χήνος
- γκόλεμ
- μπάχαλος
- Χήνα
- Σφυροκέφαλος
- σκληρό κεφάλι
- Δεν γνωρίζω τίποτα
- Καρέτα-καρέτα
- μπουκακίνο
- εξόγκωμα
- Σκυλί διασταύρωσης
- φυσικός
- Νιμρόδ
- νίννιχαμμερ
- κόνιδα
- νεύμα
- μακαρόνια
- απόθεμα
- καταπλήσσω
- Γαλοπούλα
- κακός
- Φουσκωτός
- cuddlie
- Αμυδρός λαμπτήρας
- Νταμ-νταμ
- αλήτης
- αλήτης
- Απρόσεκτος
- Θηρίο
- Σούλα (Soula)
- παχύδερμος
- Γελωτοποιός
- CAD
- αγροίκος
- μπουσουλώ
- μίγμα
- κοιτάζω
- φτέρνα
- τρελός
- τρελός
- Φλυτζάνι
- Παξιμάδι
- Αφηρημένος
- σκάντζοχοιρος
- Φίδι
- βρωμύλος
- γιο-γιο
- τρελός
- Κεφάλι σούπας
- μια ελαφρόμυαλη
- Ξύλινο κεφάλι
Nearest Words of mome
- moment => στιγμή
- moment magnitude scale => Κλίμακα μεγέθους ροπής
- moment of a couple => Ροπή ζεύγους
- moment of a magnet => Μαγνητική ροπή
- moment of inertia => Ροπή αδράνειας
- moment of truth => στιγμή της αλήθειας
- momenta => στιγμές
- momental => στιγμιαίο
- momentally => προσωρινά
- momentaneous => στιγμιαίος
Definitions and Meaning of mome in English
mome (n.)
A dull, silent person; a blockhead.
FAQs About the word mome
μητέρα
A dull, silent person; a blockhead.
κούκλα,τρελός,κουτόφραγκος,μυαλό πουλιού,Μπλόκχεντ,Θρόμβος,κλόουν,κακαρίζω,κλαγκ,καμπίνα
Εγκέφαλος,διάνοια,Διάννοια,διανοούμενος,σοφός,στοχαστής,πολυμάθης,Αναγεννησιακός άνθρωπος,φυτό,μάγος
mombin tree => Μόμπιν, mombin => Μομπίν (Spondias mombin), mombasa => Μομπάσα, mom => μητέρα, molybdous => μολυβδένιος,