Greek Meaning of goose
Χήνα
Other Greek words related to Χήνα
- τρελός
- Παξιμάδι
- Γαλοπούλα
- Μπερκ
- Σούλα (Soula)
- Τσάρλι
- κούκος
- Τολμηρός
- Σύμβολο
- ντινγκ-ντονγκ
- δείκτης στάθμης λαδιού
- γάιδαρος
- κούκλα
- Χήνος
- git
- πίθηκος
- Δαμοκλής
- νίννιχαμμερ
- κόνιδα
- Τρελός
- Ντινγκ-ντονγκ
- ξέμπαρκος
- Σίμπος
- κουτόφραγκος
- μυαλό πουλιού
- Μπλόκχεντ
- Χαρακτήρας
- γέρος
- Τρελός
- μπιέλα
- Ντόντο
- ναρκωτικό
- Αλτήρας
- ανόητος
- εξαπατώ
- μπάχαλος
- Δεν γνωρίζω τίποτα
- μάγειρας
- θέατρο
- τρελός
- Τρελαμένη
- χλευασμός
- εκκεντρικός
- Αφηρημένος
- άσχετος
- κλώνος
- αδέξιος
- απόθεμα
- παράξενος
- γιο-γιο
- μια ελαφρόμυαλη
- αλήτης
- αλήτης
- Απρόσεκτος
Nearest Words of goose
Definitions and Meaning of goose in English
goose (n)
web-footed long-necked typically gregarious migratory aquatic birds usually larger and less aquatic than ducks
a man who is a stupid incompetent fool
flesh of a goose (domestic or wild)
goose (v)
pinch in the buttocks
prod into action
give a spurt of fuel to
goose (n.)
Any large web-footen bird of the subfamily Anserinae, and belonging to Anser, Branta, Chen, and several allied genera. See Anseres.
Any large bird of other related families, resembling the common goose.
A tailor's smoothing iron, so called from its handle, which resembles the neck of a goose.
A silly creature; a simpleton.
A game played with counters on a board divided into compartments, in some of which a goose was depicted.
FAQs About the word goose
Χήνα
web-footed long-necked typically gregarious migratory aquatic birds usually larger and less aquatic than ducks, a man who is a stupid incompetent fool, flesh of
τρελός,Παξιμάδι,Γαλοπούλα,Μπερκ,Σούλα (Soula),Τσάρλι,κούκος,Τολμηρός,Σύμβολο,ντινγκ-ντονγκ
Εγκέφαλος,διάνοια,σοφός,στοχαστής
goosander => Αδράχτης ο κοινός, gooroo => γκουρού, goora nut => τριγωνέλλα, goop => χλιμίντρισμα, goonie => μούργα,