Greek Meaning of getting on (to)
επιβιβάζομαι (στο)
Other Greek words related to επιβιβάζομαι (στο)
Nearest Words of getting on (to)
- getting on => παίρνω
- getting off (on) => κατεβαίνω (σε)
- getting off => κατεβαίνω
- getting it on => Ξεκινώντας
- getting in => εισάγομαι
- getting going => είναι έτοιμος να ξεκινήσει
- getting even (for) => παίρνω εκδίκηση (για)
- getting down (to) => ξεκινώντας
- getting down => κατέβασμα
- getting by => βγάζω τα πέρα μου
- getting on one's nerves => Νευριάζω κάποιον
- getting one's goat => πιάνει παντόφλα
- getting out => να βγω έξω
- getting round (to) => ικανός *(να)
- getting the better of => επικρατώ
- getting the hang of => Αποκτώ την τέχνη
- getting through => Ερχόμενος μέσα
- getting to => πηγαίνοντας στο
- getting together => να τα φτιάχνεις
- getting up => σηκώνομαι
Definitions and Meaning of getting on (to) in English
getting on (to)
No definition found for this word.
FAQs About the word getting on (to)
επιβιβάζομαι (στο)
ανακαλύπτω,ανακαλύπτοντας,ακρόαση,μάθηση,πραγματοποιώντας,βλέποντας,διαπιστώνοντας,Ενθουσιάζομαι για,εύρημα,μαθαίνω νέα
αγνοώντας,χαμένος,θέα,εξάλειψη,κάλυψη,αγνοώντας,λήθη,κρύβοντας,κουβέρτα,απόκρυψη
getting on => παίρνω, getting off (on) => κατεβαίνω (σε), getting off => κατεβαίνω, getting it on => Ξεκινώντας, getting in => εισάγομαι,