Greek Meaning of getting on (to)

επιβιβάζομαι (στο)

Other Greek words related to επιβιβάζομαι (στο)

Definitions and Meaning of getting on (to) in English

getting on (to)

No definition found for this word.

FAQs About the word getting on (to)

επιβιβάζομαι (στο)

ανακαλύπτω,ανακαλύπτοντας,ακρόαση,μάθηση,πραγματοποιώντας,βλέποντας,διαπιστώνοντας,Ενθουσιάζομαι για,εύρημα,μαθαίνω νέα

αγνοώντας,χαμένος,θέα,εξάλειψη,κάλυψη,αγνοώντας,λήθη,κρύβοντας,κουβέρτα,απόκρυψη

getting on => παίρνω, getting off (on) => κατεβαίνω (σε), getting off => κατεβαίνω, getting it on => Ξεκινώντας, getting in => εισάγομαι,