Greek Meaning of fatly
λιπαρός
Other Greek words related to λιπαρός
- άνετα
- ακριβό
- σπάταλα
- υψηλός
- μεγάλος
- πολυτελώς
- πλούσια
- μεγαλοπρεπώς
- καλό
- μεγαλοπρεπώς
- επιβλητικά
- πλουσιοπάροχα
- μεγαλοπρεπώς, πλουσιοπάροχα
- μεγαλοπρεπώς
- πολυτελές
- με άνεση
- μεγαλοπρεπώς
- ανέκφραστα
- εντυπωσιακά
- επιεικώς
- ανεξέλεγκτα
- μεγαλοπρεπώς
- επιδεικτικά
- επιβλητικά
- επιτηδευμένα
- σπάταλα
- υπέροχα
- σπάταλα
- πλούσια
Nearest Words of fatly
Definitions and Meaning of fatly in English
fatly (adv.)
Grossly; greasily.
FAQs About the word fatly
λιπαρός
Grossly; greasily.
άνετα,ακριβό,σπάταλα,υψηλός,μεγάλος,πολυτελώς,πλούσια,μεγαλοπρεπώς,καλό,μεγαλοπρεπώς
αυστηρά,οικονομικά,ταπεινά,μετριοπαθώς,προφανώς,απλά,φθηνά,λιτά,φθηνά,πενιχρά
fatling => Παχουλός, fatless => άπαχος, fat-kidneyed => ο παχύς νεφρός, fatism => φοβία παχυσαρκίας, fatiscence => κούραση,