Greek Meaning of extraordinariness
εξαιρετικότητα
Other Greek words related to εξαιρετικότητα
- εκτενής
- κιτς
- μεγαλοπρέπεια
- διακοσμητικότητα
- αξιόλογος
- πλούτος
- Επίδειξη
- φοβερότητα
- αξιοπρέπεια
- κομψότητα
- επιδειξιομανία
- χάρις
- μεγαλείο
- σπατάλη
- πολυτέλεια
- χλιδή
- πολυτέλεια
- μεγαλοπρέπεια
- θαύμα
- λαμπρότητα
- Επίδειξη
- κομψότητα
- προσποίηση
- επιτηδειότητα
- πολυτέλεια
- επιδεικτικές
- υπέροχος
- θαυμασμός
- Λάμψη
- φοβερότητα
- δόξα
- δόξα
- ομορφιά
- μεγαλείο
- μεγαλειότης
- ευγένεια
- ευγένεια
- πριγκιπικός
- λαμπρότητα
- λαμπρότητα
- μεγαλοπρέπεια
- Μεγαλοπρέπεια
- μεγαλοπρέπεια
- συναρπαστικότητα
- υψηλότητα
Nearest Words of extraordinariness
- extraordinary => εξαιρετικός
- extraparochial => εξωενοριακός
- extraphysical => εξωσωματικός
- extrapolate => εξωτερικεύω
- extrapolation => εξωτερική παρέκταση
- extraprofessional => εξωεπαγγελματίας
- extraprovincial => ετεροεπαρχιακός
- extraregular => Έξτρα κανονικό
- extras => επιπλέον
- extrasensory => εξωαισθητηριακός
Definitions and Meaning of extraordinariness in English
extraordinariness (n)
the quality of being extraordinary and not commonly encountered
extraordinariness (n.)
The quality of being extraordinary.
FAQs About the word extraordinariness
εξαιρετικότητα
the quality of being extraordinary and not commonly encounteredThe quality of being extraordinary.
εκτενής,κιτς,μεγαλοπρέπεια,διακοσμητικότητα,αξιόλογος,πλούτος,Επίδειξη,φοβερότητα,αξιοπρέπεια,κομψότητα
No antonyms found.
extraordinarily => εξαιρετικά, extraordinaries => εξαιρετικοί, extraordinaire => εξαιρετικός, extra-official => εξωεπίσημος, extra-ocular => εξωοφθάλμιος,