Greek Meaning of dichotomization

διχοτόμηση

Other Greek words related to διχοτόμηση

Definitions and Meaning of dichotomization in English

Wordnet

dichotomization (n)

the act of dividing into two sharply different categories

FAQs About the word dichotomization

διχοτόμηση

the act of dividing into two sharply different categories

αεριοποίηση,αποσύνθεση,διάχυση,διασπορά,πόλωση,Τμηματοποίηση,υποδιαίρεση,διοίκηση,κατανομής,αποσυναρμολόγηση

ένωση,ενοποίηση,συνδικαλιστική οργάνωση,συσσωμάτωση,συναρμολόγηση,συνημμένο αρχείο,συνδυασμός,Σύνδεσμος,σύνδεση,ενοποίηση

dichotomist => Δίχοτομος, dichotomise => διχοτομικός, dichotomisation => δικοτόμηση, dichondra micrantha => Dichondra micrantha, dichondra => δίχονδρα,