Greek Meaning of polarization
πόλωση
Other Greek words related to πόλωση
- αεριοποίηση
- αποσύνθεση
- διχοτόμηση
- διάχυση
- διασπορά
- διασπορά
- διανομή
- Διαζύγιο
- διασκόρπιση
- Τμηματοποίηση
- υποδιαίρεση
- διοίκηση
- κατανομής
- αποσυναρμολόγηση
- Ακρωτηριασμός
- Απομόνωση
- ρήξη
- διαχωρισμός
- αποζημίωση απόλυσης
- διακλάδωση
- παραβίαση
- χωρισμός
- διάσπαση
- διάλυση
- διχόνοια
- τμήμα
- κατακερματισμός
- Κλασματοποίηση
- διαμέρισμα
- Σχίσμα
- διχοτόμηση
- απομόνωση
- Αποχωρισμός
- κατάσχεση
- διαχωρίζω
Nearest Words of polarization
Definitions and Meaning of polarization in English
polarization (n)
the phenomenon in which waves of light or other radiation are restricted in direction of vibration
the condition of having or giving polarity
polarization (n.)
The act of polarizing; the state of being polarized, or of having polarity.
A peculiar affection or condition of the rays of light or heat, in consequence of which they exhibit different properties in different directions.
An effect produced upon the plates of a voltaic battery, or the electrodes in an electrolytic cell, by the deposition upon them of the gases liberated by the action of the current. It is chiefly due to the hydrogen, and results in an increase of the resistance, and the setting up of an opposing electro-motive force, both of which tend materially to weaken the current of the battery, or that passing through the cell.
FAQs About the word polarization
πόλωση
the phenomenon in which waves of light or other radiation are restricted in direction of vibration, the condition of having or giving polarityThe act of polariz
αεριοποίηση,αποσύνθεση,διχοτόμηση,διάχυση,διασπορά,διασπορά,διανομή,Διαζύγιο,διασκόρπιση,Τμηματοποίηση
ένωση,ενοποίηση,συνδικαλιστική οργάνωση,συσσωμάτωση,συναρμολόγηση,συνημμένο αρχείο,συνδυασμός,Σύνδεσμος,σύνδεση,ενοποίηση
polarizable => Πολώσιμο, polarity => πολικότητα, polaristic => πολωτικός, polarise => πολωθώ, polariscopy => πολωσκόπηση,