Greek Meaning of country gentleman

τζέντλεμαν της υπαίθρου

Other Greek words related to τζέντλεμαν της υπαίθρου

Definitions and Meaning of country gentleman in English

country gentleman

one of the English landed gentry, a well-to-do country resident

FAQs About the word country gentleman

τζέντλεμαν της υπαίθρου

one of the English landed gentry, a well-to-do country resident

καβαλάρης,κύριος,γκράντε,κύριέ μου,ευγενής,συνάδελφος,ιπποκόμος,βαρόνος,Βαρονέτος,ιππότης

παχύδερμος,κοινός άνθρωπος,πείρος,Φελάχ,Παρτάλι,πιόνι,αγροίκος,κόθων,πληβειακός,προλετάριος

countries => χώρες, counting (up to) => μέτρηση (έως), counting (out) => μέτρηση (έξω), counting (on or upon) => μετρώντας (σε ή για), countesses => κόμισσες,