Greek Meaning of count
μετρώ
Other Greek words related to μετρώ
Nearest Words of count
- counselorship => συμβουλευτική
- counselor-at-law => Νομικός σύμβουλος
- counselor => σύμβουλος
- counsellorship => συμβουλευτική
- counsellor => σύμβουλος
- counselling => συμβουλευτική
- counseling => Συμβουλευτική
- counsel to the crown => Σύμβουλος του στέμματος
- counsel => δικηγόρος
- councilwoman => δημοτική σύμβουλος
- count alessandro di cagliostro => Κόμης Αlessandro di Cagliostro
- count alessandro volta => Κόμης Αλεσσάντρο Βόλτα
- count down => αντίστροφη μέτρηση
- count ferdinand von zeppelin => Κόμης Φερδινάνδος φον Ζέπελιν
- count fleet => στόλος του κόμη
- count lev nikolayevitch tolstoy => Κόμης Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι
- count maurice maeterlinck => κόμης Μωρίς Ματερλίνκ
- count nikolaus ludwig von zinzendorf => Κόμης Νικόλαος Λούντβιχ φον Ζίντσεντορφ
- count noun => αριθμήσιμο ουσιαστικό
- count off => μέτρηση αντίστροφα
Definitions and Meaning of count in English
count (n)
the total number counted
the act of counting; reciting numbers in ascending order
a nobleman (in various countries) having rank equal to a British earl
count (v)
determine the number or amount of
have weight; have import, carry weight
show consideration for; take into account
name or recite the numbers in ascending order
put into a group
include as if by counting
have a certain value or carry a certain weight
have faith or confidence in
take account of
FAQs About the word count
μετρώ
the total number counted, the act of counting; reciting numbers in ascending order, a nobleman (in various countries) having rank equal to a British earl, deter
απογραφή,σκορ,σύνολο,ποσό,συνολικό,διηγούμαι,άθροισμα,παραμύθι,ολόκληρος
ερώτηση,ύποπτος,δυσπιστία,δυσπιστία
counselorship => συμβουλευτική, counselor-at-law => Νομικός σύμβουλος, counselor => σύμβουλος, counsellorship => συμβουλευτική, counsellor => σύμβουλος,