Greek Meaning of transpiercing
διαπεραστικός
Other Greek words related to διαπεραστικός
- τρυπητό
- συγκομιδή
- τρύπημα
- διάτρηση
- μαχαίρωμα
- κολλώδης
- Γκαρίνγκ
- Αρπουνάρισμα
- παλούκωμα
- διάτρηση
- ραμφίζω
- σκουντούμπι
- διάτρηση
- τρέχω μέσα από
- σουβλίζοντας
- κοπή
- δόρυ
- σπάικινγκ
- φτύσιμο
- μαγευτικός
- ξιφολόγχη
- ξιφολόγχη
- Κοπή
- μαχαιριά
- τρυπώντας
- μαχαίρωμα
- διάτρησης
- σκαλισμός
- τσίμπημα
- μαχαιριά
- τσίμπημα
- Προνγκχορν
- κουήλινγκ (ή κουήλιγκ)
- γριφώδης
- κλώση
- ωθήση
Nearest Words of transpiercing
Definitions and Meaning of transpiercing in English
transpiercing (p. pr. & vb. n.)
of Transpierce
FAQs About the word transpiercing
διαπεραστικός
of Transpierce
τρυπητό,συγκομιδή,τρύπημα,διάτρηση,μαχαίρωμα,κολλώδης,Γκαρίνγκ,Αρπουνάρισμα,παλούκωμα,διάτρηση
No antonyms found.
transpierced => διαπερνώ, transpierce => τρυπάω, transpicuous => Διαφανής, transpeciate => μετασχηματίζω σε είδος, transpatronize => Τρανσπατρονάρει,