Greek Meaning of rachet

τριγονομετρικός πίνακας

Other Greek words related to τριγονομετρικός πίνακας

Definitions and Meaning of rachet in English

Wordnet

rachet (n)

mechanical device consisting of a toothed wheel or rack engaged with a pawl that permits it to move in only one direction

FAQs About the word rachet

τριγονομετρικός πίνακας

mechanical device consisting of a toothed wheel or rack engaged with a pawl that permits it to move in only one direction

πτώση,Μείωση,μειώνω,άμπωτης,συρρικνώνω,σταδιακά μειώνομαι,πεθαίνω (μακριά ή κάτω ή έξω),μειώνω,ευκολία,εξατμίζω

συσσωρεύω,μπαλόνι,χτίζω,διευρύνω,Αναβάθμιση,επεκτείνω,μεγαλώνω,αύξηση,Εντατικοποιώ,τοποθετώ

rachel louise carson => Ρέιτσελ Λουίζ Κάρσον, rachel carson => Ρέιτσελ Κάρσον, rachel => Ρέιτσελ, rach => Τζιε, raceway => Πίστα αγώνων,