Greek Meaning of pomp

επισημότητα

Other Greek words related to επισημότητα

Definitions and Meaning of pomp in English

Wordnet

pomp (n)

cheap or pretentious or vain display

ceremonial elegance and splendor

FAQs About the word pomp

επισημότητα

cheap or pretentious or vain display, ceremonial elegance and splendor

φανφάρα,επισημότητα,παρέλαση,θέαμα,Κόσμημα,Θάμβος,διακόσμηση,σάλτσα,επίδειξη,Χυδαιότητα

κομψότητα,εγκράτεια,σεμνότητα,συγκράτηση,Απλότητα,_μείωση_,χάρη,Μινιμαλισμός,βαρύτητα,Συντηρητισμός

pomoxis nigromaculatus => Pomoxis nigromaculatus, pomoxis annularis => Pomoxis annularis, pomoxis => Πομόξις, pomology => Πομολογία, pomologist => πωμoλόγος,