FAQs About the word planing

σχεδιασμός

of Plane, a. & vb. n. fr. Plane, v. t.

ξύρισμα,λείανση,Κοπή,αποκόμματα,χτένισμα,βραδιά,επίπεδωση,τοποθέτηση,εξομάλυνση,ισοπέδωση

κάμψη,τραχύτητα,τραχύτητα,τσάκισμα,βαθούλωμα,σπηλαιώσεις,χοντράνοντας,Kάμψη,τσαλάκωμα

planimetry => Επιπεδομετρία, planimetrical => planimetrikός, planimetric => πλανιμετρικός, planimeter => πλανιμέτρημα, planiform => επίπεδος,