Greek Meaning of planing
σχεδιασμός
Other Greek words related to σχεδιασμός
Nearest Words of planing
Definitions and Meaning of planing in English
planing (p. pr. & vb. n.)
of Plane
planing ()
a. & vb. n. fr. Plane, v. t.
FAQs About the word planing
σχεδιασμός
of Plane, a. & vb. n. fr. Plane, v. t.
ξύρισμα,λείανση,Κοπή,αποκόμματα,χτένισμα,βραδιά,επίπεδωση,τοποθέτηση,εξομάλυνση,ισοπέδωση
κάμψη,τραχύτητα,τραχύτητα,τσάκισμα,βαθούλωμα,σπηλαιώσεις,χοντράνοντας,Kάμψη,τσαλάκωμα
planimetry => Επιπεδομετρία, planimetrical => planimetrikός, planimetric => πλανιμετρικός, planimeter => πλανιμέτρημα, planiform => επίπεδος,