Greek Meaning of obtainability
δυνατότητα απόκτησης
Other Greek words related to δυνατότητα απόκτησης
Nearest Words of obtainability
- obstructs => Εμποδίζει
- obstructions => εμπόδια
- obstinateness => Ύβρις
- obstetricians => Μαιευτήρες
- obstacles => εμπόδια
- obsessing (about or over) => (για ή πάνω) σε καψούρα
- obsessing => εμμονή
- obsessed (over) => εμμονικός (με)
- obsessed (about or over) => εμμονή (περί ή πάνω από)
- obsess (about or over) => (Εμμονικός (με κάτι ή κάποιον
Definitions and Meaning of obtainability in English
obtainability
to gain or attain usually by planned action or effort, succeed, to be generally recognized or established, to gain or acquire usually by planning or effort
FAQs About the word obtainability
δυνατότητα απόκτησης
to gain or attain usually by planned action or effort, succeed, to be generally recognized or established, to gain or acquire usually by planning or effort
Προσβασιμότητα,Εφικτότητα,διαθεσιμότητα,διαθεσιμότητα,σαφήνεια,ανοιχτότητα,κενή θέση,κενότητα
πληρότης,πληρότητα,απροσβασιμότητα,μη διαθεσιμότητα,Απροσπελασιμότητα
obstructs => Εμποδίζει, obstructions => εμπόδια, obstinateness => Ύβρις, obstetricians => Μαιευτήρες, obstacles => εμπόδια,