Greek Meaning of judiciousness

κρίση

Other Greek words related to κρίση

Definitions and Meaning of judiciousness in English

Wordnet

judiciousness (n)

good judgment

the trait of forming opinions by distinguishing and evaluating

Webster

judiciousness (n.)

The quality or state of being judicious; sagacity; sound judgment.

FAQs About the word judiciousness

κρίση

good judgment, the trait of forming opinions by distinguishing and evaluatingThe quality or state of being judicious; sagacity; sound judgment.

πλεονέκτημα,σκοπιμότητα,επιθυμητότητα,σκοπιμότητα,σκοπιμότητα,εφικτότητα,φρόνηση,σοφία,σκοπιμότητα,απολαυστικότητα

Απροσεξία,ακαταλληλότητα,Ανεπάρκεια,Ανοησία,μη πρακτικότητα,Ανεπάρκεια,μη σκοπιμότητα,ασύνεση,αναντιστοιχία

judiciously => φρόνιμα, judicious => συνετός, judiciary => δικαστική εξουσία, judicially => δικαστικά, judicial writ => Δικαστική εντολή,