Greek Meaning of grew

μεγάλωσε

Other Greek words related to μεγάλωσε

Definitions and Meaning of grew in English

Webster

grew ()

imp. of Grow.

Webster

grew (imp.)

of Grow

FAQs About the word grew

μεγάλωσε

imp. of Grow., of Grow

Καλλιεργούμενος,φυτεμένος,παραγόμενος,ανυψωμένο,εκτρεφόμενος,περικομμένος,μορφωμένος,ντυμένος,συγκομίστηκε,προαγόμενος

σκάβω,σκότωσα,διάλεξε,μαδημένο,τραβηγμένος (προς τα πάνω),κόβω,εκριζώθηκε,εκριζωμένος,συμφώνησε,χορτοκομμένο

grevy's zebra => Ζέβρα του Γκρέβι, grevillela parallela => Γρεβιλλέα η παράλληλη, grevillea striata => Γρεβίλλεια η ραβδωτή, grevillea robusta => Γρεβιλλέα η ισχυρή, grevillea banksii => Γρεβιλλέα του Μπανκς,