Greek Meaning of gaped

χασμουρήθηκε

Other Greek words related to χασμουρήθηκε

Definitions and Meaning of gaped in English

Webster

gaped (imp. & p. p.)

of Gape

FAQs About the word gaped

χασμουρήθηκε

of Gape

κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό,κοίταξε,κοίταξε επίμονα,ανοιγόκλεισε,κοιτούσε επίμονα,glowered,Γουρλομάτης,έκοψε μια ματιά,θεωρούμενος,με μάτια

κοίταξε,διακρίνω,έριξε μια ματιά,Σαρωμένο,βουτηγμένο (σε),κοίταξε κρυφά,περιηγήθηκα,κλείνω το μάτι (σε κάποιον)

gape => χασμουρητό, gap => κενό, gaoler => Φυλακιστής, gaolbreak => Απόδραση από τη φυλακή, gaolbird => φυλακισμένος,