Greek Meaning of peered

έκοψε μια ματιά

Other Greek words related to έκοψε μια ματιά

Definitions and Meaning of peered in English

Webster

peered (imp. & p. p.)

of Peer

FAQs About the word peered

έκοψε μια ματιά

of Peer

κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό,κοίταξε,κοίταξε επίμονα,ανοιγόκλεισε,χασμουρήθηκε,κοιτούσε επίμονα,glowered,Γουρλομάτης,θεωρούμενος,με μάτια

κοίταξε,διακρίνω,έριξε μια ματιά,Σαρωμένο,βουτηγμένο (σε),κοίταξε κρυφά,περιηγήθηκα,κλείνω το μάτι (σε κάποιον)

peerdom => αριστοκρατία, peerage => ευγενεία, peer review => Ελέγχος από ομοτίμους, peer of the realm => ομότιμος του βασιλείου, peer group => Ομάδα συνομηλίκων,