Greek Meaning of excitableness
ερεθιστικότητα
Other Greek words related to ερεθιστικότητα
Nearest Words of excitableness
- excitable area => διεγέρσιμη περιοχή
- excitable => διεγέρσιμος
- excitability => ευερεθιστότητα
- excision => εκτομή
- excising => εκτομή
- excisemen => υπάλληλοι των ειδικών φόρων κατανάλωσης
- exciseman => τελωνειακός υπάλληλος
- excised => αποκομμένο
- excise tax => φόρος κατανάλωσης
- excise => φόρος κατανάλωσης
Definitions and Meaning of excitableness in English
excitableness (n)
being easily excited
FAQs About the word excitableness
ερεθιστικότητα
being easily excited
άγχος,ανησυχία,ευερεθιστότητα,νευρικότητα,ανησυχία,αναταραχή,συναγερμός,ξυπνητήρι,άγχος,ανησυχία
ψυχραιμία,διαβεβαίωση,ηρεμία,ψυχραιμία,Ψυχραιμία,εμπιστοσύνη,κουλ,ψυχρότητα,Πρόσωπο,ισηρεμία
excitable area => διεγέρσιμη περιοχή, excitable => διεγέρσιμος, excitability => ευερεθιστότητα, excision => εκτομή, excising => εκτομή,