Greek Meaning of disinhibition

Αποαναστολή

Other Greek words related to Αποαναστολή

Definitions and Meaning of disinhibition in English

disinhibition

loss or reduction of an inhibition (as by the action of interfering stimuli or events)

FAQs About the word disinhibition

Αποαναστολή

loss or reduction of an inhibition (as by the action of interfering stimuli or events)

ικανοποίηση,Ακράτεια,απεριόριστος,ειλικρίνεια,ειλικρίνεια,επιείκεια,Υπερβολή,αυτοπαράδοση,Ανεξέλεγκτο,αχαλίνωτος

περιορισμός,Πειθαρχία,Διακριτικότητα,Αναστολή,καταστολή,εφεδρεία,συγκράτηση,Αυτοέλεγχος,καταστολή,εντολή

disinfects => απολυμαίνει, disinfectants => απολυμαντικά, disinclinations => απροθυμίες, disincentives => αποτρεπτικοί παράγοντες, disillusions => disillusion,