Greek Meaning of bile
Χολή
Other Greek words related to Χολή
- οργή
- πικρία
- Εχθρότητα
- κακία
- βαρύτητα
- Φαρμάκι
- λοιμογόνος
- βιτριόλι
- Οξύτητα
- Δριμύτητα
- πιπεράτο
- οξύτητα
- κακία
- Μνησικακία
- οξύτητα
- ιός
- διαβρωτικότητα
- Μορδάν
- οξύτητα
- εχθρότητα
- τραχύτητα
- κρύο
- κακοκεφιά
- χολή
- αγριότητα
- σκληρότητα
- Παγωμάρα
- Αγενεια
- αγένεια
- ζηλοτυπία
- κακεντρέχεια
- κακία
- εκνευρίζω
- μνησικακία
- αλύπητη επιμονή
- αγένεια
- περιφρόνηση
- Ξινά σταφύλια
- οξύτητα
- Κακία
- σπλήνας
- αυστηρότητα
- κακοκεφιά
- αγνωμοσύνη
- Ορμή
- εκδικητικότητα
Nearest Words of bile
Definitions and Meaning of bile in English
bile (n)
a digestive juice secreted by the liver and stored in the gallbladder; aids in the digestion of fats
bile (n.)
A yellow, or greenish, viscid fluid, usually alkaline in reaction, secreted by the liver. It passes into the intestines, where it aids in the digestive process. Its characteristic constituents are the bile salts, and coloring matters.
Bitterness of feeling; choler; anger; ill humor; as, to stir one's bile.
A boil.
FAQs About the word bile
Χολή
a digestive juice secreted by the liver and stored in the gallbladder; aids in the digestion of fatsA yellow, or greenish, viscid fluid, usually alkaline in rea
οργή,πικρία,Εχθρότητα,κακία,βαρύτητα,Φαρμάκι,λοιμογόνος,βιτριόλι,Οξύτητα,Δριμύτητα
Ευγένεια,Συμπόνια,εγκάρδιος,ευγένεια,Διπλωματία,ιδιοφυΐα,χάρη,καλοσύνη,ευγένεια,γλυκάδα
bildstein => Μπίλντσταϊν, bilcock => Μπίλκοκ, bilby => μπιλμπί, bilboquet => Μπιλμπόκε, bilboes => χειροπέδες,