Greek Meaning of banding (together)

Ομαδοποίηση (μαζί)

Other Greek words related to Ομαδοποίηση (μαζί)

Definitions and Meaning of banding (together) in English

banding (together)

to form a group in order to do or achieve something

FAQs About the word banding (together)

Ομαδοποίηση (μαζί)

to form a group in order to do or achieve something

συνεργαζόμενοι,συνεργαζόμενος,Συνεργαζόμενος,ομαδική εργασία,συνένωση,συναυλία,σύμφωνος,συνωμότης,ένταξη,συνδέοντας

χωρίζοντας,διάλυση,διαχωρίζοντας,σχίση,αποσπώντας,αποσύνδεσης,διαλυτικός,διαζύγιο,διαφωνία,χωρισμό

bandied words => φράσεις, bandied (about) => διέσπειρε, banderols => Μπάντερολ, banderoles => πανό, banderol => Φραφικά,