Greek Meaning of automatically

αυτόματα

Other Greek words related to αυτόματα

Definitions and Meaning of automatically in English

Wordnet

automatically (r)

in a reflex manner

in a mechanical manner; by a mechanism

Webster

automatically (adv.)

In an automatic manner.

FAQs About the word automatically

αυτόματα

in a reflex manner, in a mechanical manner; by a mechanismIn an automatic manner.

τυχαία,παρορμητικά,παρορμητικά,απερίσκεπτα,απότομα,επιπόλαια,επιφανειακά,βιαστικά,κατακεφαλής,μεθυστικά

εκούσια,προσεκτικά,σκόπιμα,Διστακτικά,διστακτικά,αργά,προσωρινά,υπολογιστικά,με δισταγμό,διστακτικά

automatical => αυτόματος, automatic weapon => Αυτόματο όπλο, automatic washer => Πλυντήριο ρούχων, automatic transmission => Αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, automatic teller machine => αυτόματη ταμειακή μηχανή (ΑΤΜ),