Greek Meaning of arose
προέκυψε
Other Greek words related to προέκυψε
Nearest Words of arose
Definitions and Meaning of arose in English
arose (imp.)
of Arise
arose ()
The past or preterit tense of Arise.
FAQs About the word arose
προέκυψε
of Arise, The past or preterit tense of Arise.
τριαντάφυλλο,ξύπνιος,ξύπνιος,ξύπνιος,ξύπνιος,ξύπνησα,σηκώθηκε,εξελίχθηκε,αναδευμένος,αποδείχτηκε
τακτοποιημένος (κάτω),έπεσε,έγνεψε,ξεκούραστος,συνταξιούχος,εγκαταστημένος,έβλεπε,αποκοιμήθηκε,παραδοθεί,σκάσαμε
aroph => Αρόφ, aromatous => αρωματικός, aromatizing => αρωματιστικός, aromatizer => αρωματισμένο, aromatized => αρωματισμένος,