Greek Meaning of tweedy

στημένος

Other Greek words related to στημένος

Definitions and Meaning of tweedy in English

Wordnet

tweedy (s)

of textiles; having a rough surface

(of country gentry) informal, clannish and outdoorsy

FAQs About the word tweedy

στημένος

of textiles; having a rough surface, (of country gentry) informal, clannish and outdoorsy

ακαδημαϊκός,ο βιβλιολάτρης,καθηγητικός,νερντάτος,σπασίκλας,παιδαγωγικός,παιδαγωγικός,καθηγητικός,σχολικός,ακαδημαϊκός

Εξωσχολικός,μη ακαδημαϊκός,μη εκπαιδευτικός,ακαλλιέργητος,Παράλληλη εκπαίδευση,Αντιακαδημαϊκός,μη πανεπιστημιακός

tweedledum and tweedledee => Τουίντλνταμ και Τουίντλντη, tweedledee and tweedledum => Τουίλιντι και Τουίλινταμ, tweedle => Τουίντλ, tweediness => tweediness, tweed => Τουΐντ,