Greek Meaning of straightening (up)

ευθυγράμμιση (προς τα πάνω)

Other Greek words related to ευθυγράμμιση (προς τα πάνω)

Definitions and Meaning of straightening (up) in English

straightening (up)

to move the body to an upright position, to make (something) organized or tidy, to improve in behavior

FAQs About the word straightening (up)

ευθυγράμμιση (προς τα πάνω)

to move the body to an upright position, to make (something) organized or tidy, to improve in behavior

σχέδιο,περιποίηση,τοποθέτηση,Μακιγιάζ,ομορφαίνω (κάτι),τακτοποίηση (πάνω),ευθυγράμμιση,διάταξη,διάταξη,ταξινόμηση

αποδιοργανωτική,χάνοντας (πάνω),θολωμένος (πάνω),αναστατωτικός,ενοχλητικός,αποδιοργανωτικό,διαταραχή,τσαλάκωμα

straightening (out) => Ίσιωμα (μαλλιών), straightening => ίσιωμα, straightened (up) => ίσιος (προς τα πάνω), straightened (up or out) => ισιωμένο (πάνω ή έξω), straightened (out) => ισιωμένη (έξω),