Greek Meaning of shell-shocked
σοκαρισμένος από το κέλυφος
Other Greek words related to σοκαρισμένος από το κέλυφος
- αγχωμένος
- εξαντλημένος
- αγχωμένος
- στο ράφι
- αγχωμένος
- κουρασμένος
- επιβαρυντική
- ταραγμένος
- θυμωμένος
- ενοχλημένος
- καμμένος έξω
- εξουθενωμένος
- διαταραγμένος
- αιχμηρός
- εκνευρισμένος
- ερεθισμένος
- εξαντλημένος
- ταραγμένος
- τεταμένος
- ανήσυχος
- Ατελείωτος
- ανήσυχος
- μη επανδρωμένο
- ανήσυχος
- Αλυσίδες
- αναστατωμένος
- Φθαρμένος
Nearest Words of shell-shocked
Definitions and Meaning of shell-shocked in English
shell-shocked
affected with shell shock or combat-related post-traumatic stress disorder, affected with shell shock, affected with combat fatigue, mentally confused, upset, or exhausted as the result of being under too much stress, mentally confused, upset, or exhausted as a result of a highly stressful or disturbing and often unexpected event or experience
FAQs About the word shell-shocked
σοκαρισμένος από το κέλυφος
affected with shell shock or combat-related post-traumatic stress disorder, affected with shell shock, affected with combat fatigue, mentally confused, upset, o
αγχωμένος,εξαντλημένος,αγχωμένος,στο ράφι,αγχωμένος,κουρασμένος,επιβαρυντική,ταραγμένος,θυμωμένος,ενοχλημένος
χαλαρός,ξεκούραστος,ανέμελος,χαλαρός,ανέμελος,Ανεπηρέαστος,Άφοβος,ανέμελος
shells => κελύφη, shelling out => ξεφλουδίζοντας, shelled out => Κοχύλι εκτός, shellackings => κακοποίηση, shellacking => συντριβή,