Greek Meaning of seen

είδα

Other Greek words related to είδα

Definitions and Meaning of seen in English

Webster

seen (p. p.)

of See

Webster

seen ()

p. p. of See.

Webster

seen (a.)

Versed; skilled; accomplished.

FAQs About the word seen

είδα

of See, p. p. of See., Versed; skilled; accomplished.

κοίταξε (κάτι),σημείωσε,παρατήρησε,Παρατηρήθηκε,παρατήρησε,Στιγμένος,προβολής,κοίταζε,μαρτύρησε,αντικρίζει

παραμελημένος,έχασε,παραβλεπόμενος,ξεπερασμένος,παρέλειψε

seemlyhed => αρμόζον, seemly => πρέπουσα, seemliness => αξιοπρέπεια, seemlily => με αιδώ / ευπρεπώς, seemless => απρόσκοπτος,