Greek Meaning of rectangular

ορθογώνιος

Other Greek words related to ορθογώνιος

Definitions and Meaning of rectangular in English

Wordnet

rectangular (s)

having four right angles

having a set of mutually perpendicular axes; meeting at right angles

Webster

rectangular (a.)

Right-angled; having one or more angles of ninety degrees.

FAQs About the word rectangular

ορθογώνιος

having four right angles, having a set of mutually perpendicular axes; meeting at right anglesRight-angled; having one or more angles of ninety degrees.

παραλληλόγραμμο,σημαντικός,επιμήκης,εκτεταμένος,μακρόπνοος,γίγαντας,μεγάλος,μακρόστενο,απλωμένο,υπερμεγέθης

συντομευμένος,σύντομος,σύντομος,κοντός,συντομευμένο,περικομμένος,ελαττωμένος,μικρός,μικρός,μινιατούρα

rectangled => ορθογώνιος, rectangle => ορθογώνιο, rectal reflex => Ορθικό αντανακλαστικό, rectal artery => Ορθική αρτηρία, recrystallize => Επανακρυστάλλωση,