Greek Meaning of nerve-wracking

αγχωτικό

Other Greek words related to αγχωτικό

Definitions and Meaning of nerve-wracking in English

Wordnet

nerve-wracking (s)

extremely irritating to the nerves

FAQs About the word nerve-wracking

αγχωτικό

extremely irritating to the nerves

ανήσυχος,ανησυχητικό,αγχωμένος,τεταμένος,ανήσυχος,ανατριχιαστικός,ανησυχητικός,οδυνηρός,οδυνηρός,φορτωμένος

άνετος,εύκολος,ειρηνικός,ήσυχος,ήρεμος,καταπραϋντικός,κατευναστικός,ξεκούραστος,Ειρηνικός

nerve-shaken => νευρικός, nerves => νεύρα, nerveroot => Ρίζα νεύρου, nerve-racking => αγχωτικός, nervelessness => ψυχραιμία,