Greek Meaning of mania
μανία
Other Greek words related to μανία
Nearest Words of mania
- manhunt => ανθρωποκυνηγητό
- manhood => ανδρισμός
- manhole cover => Κάλυμμα φρεατίου
- manhole => Φρεάτιο
- manhes process => Διεργασία Μανχές
- manhead => τρύπα ανθρώπου
- manhattan project => Πρότζεκτ Μανχάταν
- manhattan island => Το Μανχάταν
- manhattan clam chowder => Μανχάταν κλαμ τσάουντερ
- manhandle => κακομεταχειρίζομαι
Definitions and Meaning of mania in English
mania (n)
an irrational but irresistible motive for a belief or action
a mood disorder; an affective disorder in which the victim tends to respond excessively and sometimes violently
mania (n.)
Violent derangement of mind; madness; insanity. Cf. Delirium.
Excessive or unreasonable desire; insane passion affecting one or many people; as, the tulip mania.
FAQs About the word mania
μανία
an irrational but irresistible motive for a belief or action, a mood disorder; an affective disorder in which the victim tends to respond excessively and someti
άνοια,υστερία,Τρέλα,Τρέλα,Σχιζοφρένεια,εκτροπή,Παραίσθηση,αναστάτωση,Μανία,αστάθεια
σαφήνεια,μυαλό,Ορθολογισμός,λογική,κανονικότητα,λογικότητα,λογική σκέψη,υγεία,ορθολογισμός,λογικότητα
manhunt => ανθρωποκυνηγητό, manhood => ανδρισμός, manhole cover => Κάλυμμα φρεατίου, manhole => Φρεάτιο, manhes process => Διεργασία Μανχές,